Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Η δραχμή θα έφερνε την Ελλάδα 50 χρόνια πίσω

Μισθωτοί και συνταξιούχοι θα έχαναν σημαντικό κομμάτι της αγοραστικής τους δύναμης
Εκτίναξη του ήδη υπέρογκου δημόσιου χρέους, δραματική υποτίμηση της αγοραστικής δύναμης των ελληνικών νοικοκυριών και του επιπέδου διαβίωσής τους, κατακόρυφη αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων, άνοδος των επιτοκίων σε εφιαλτικά επίπεδα που επικρατούσαν στο παρελθόν και ουσιαστικά απαγόρευαν τον δανεισμό και φτώχεια.

Αυτές είναι σε γενικές γραμμές οι επιπτώσεις που θα προκαλούσε η επιστροφή της Ελλάδας στη δραχμή – σενάριο που δεν προβλέπεται σε επίπεδο θεσμών Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά διακινείται από κύκλους εντός και εκτός Ελλάδας, όλο και πιο συχνά τον τελευταίο καιρό. Η Ελλάδα μαζί με τη δραχμή θα επέστρεφε 50 χρόνια πίσω θυμίζοντας άλλες εποχές χωρίς να υπολογίζεται ένα ντόμινο άλλων δυσμενών εξελίξεων που θα προκαλούνταν στο τραπεζικό σύστημα και θα καταδίκαζαν τη χώρα σε υπανάπτυξη.

Η επιστροφή στη δραχμή με ταυτόχρονη υποτίμηση του νομίσματος θα σήμαινε όπως αναφέρει και το δημοσίευμα της εφημερίδας «Τα Νέα», ότι για την αγορά προϊόντος αξίας 1 ευρώ, οι Έλληνες θα πρέπει να πληρώνουν 511,125 δραχμές αντί για 340,75 δραχμές που είναι η κλειδωμένη ισοτιμία με την οποία η χώρα μπήκε στο ευρώ το 2001. Πιο άπλα θα αγοράζουν ακριβότερα το ευρώ κι έτσι όλα αυτά τα προϊόντα που αποτιμώνται σε αυτό.

Επιστροφή στη δραχμή σημαίνει μεγάλη αύξηση των τιμών μέσα σε μια νύχτα και αυτό γιατί η Ελλάδα εισάγει το μεγαλύτερο μέρος όσων καταναλώνει, τόσο καταναλωτικά προϊόντα όσο και πρώτες ύλες και μηχανολογικό εξοπλισμό για την εγχώρια παραγωγή. Άρα οι αρνητικές επιδράσεις θα επηρέαζαν όλο το φάσμα της παραγωγής.

Οι συνέπειες θα ήταν ολέθριες και στον τραπεζικό τομέα. Η κεφαλαιακή δομή των εγχώριων τραπεζών θα αντιμετώπιζε προβλήματα, θα υπήρχαν σημαντικές εκροές καταθέσεων, κατακόρυφη αύξηση των επισφαλειών από αδυναμία καταναλωτών να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους, εσωστρέφεια και καμία αξιοπιστία στις διεθνείς αγορές χρήματος.

Επιπλέον η κατάσταση αυτή θα οδηγούσε σε παύση των χρηματοδοτήσεων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, και ραγδαία αύξηση των επιτοκίων.